Emperor's Clothes

Τα ρούχα του βασιλιά

Ένα χιουμοριστικό χρονογράφημα

Share:

“Πατέρα”, πρόσεξε πώς μιλάς στους υψηλούς καλεσμένους σου!
Μην ξεχνάς ότι σε ακούνε τα χαρισματικά παιδιά σου

 

Όταν επί κορωνοϊκής εποχής ένας πρωθυπουργός μιλά σε τηλεδιάσκεψη προς Υπουργούς, Υφυπουργούς, Γραμματείς και Προέδρους, γνωρίζοντας ότι τα λόγια του θα φθάσουν στ’ αφτιά και τα μάτια των πολιτών του, θυμίζει τον πατέρα μιας πολυμελούς οικογένειας που σε καιρό πολέμου έχει καλέσει στο σπίτι του κάποιες σημαίνουσες προσωπικότητες, γνωρίζοντας ότι τα βαρυσήμαντα λόγια του θα τα ακούσουν κάποια από τα ανήσυχα παιδιά του, στήνοντας αφτί πίσω από την πόρτα του υπνοδωματίου τους.

Τα παιδιά αυτά θα δώσουν σημασία σε κάθε λέξη του πατέρα, αξιολογώντας όχι μόνο το περιεχόμενο των λόγων του αλλά και το ύφος του. Η αξιολόγηση που θα κάνει το κάθε παιδί θα είναι φυσικά ανάλογη προς τον δικό του χαρακτήρα, τα δικά του βιώματα ή τις δικές τους γνώσεις και ικανότητες:

Κάποιο από τα παιδιά, ο Γιάννης, είναι περισσότερο παρατηρητικός, ο Δημήτρης έχει μνήμη ελέφαντα, ενθυμούμενος οτιδήποτε είχε ειπωθεί στο παρελθόν από τον πατέρα του, τους καλεσμένους του ή τους οικογενειακούς φίλους τους, η Μαρία είναι η πονηρή της οικογένειας, ο Κώστας έχει διαβάσει περισσότερα ή ποιοτικότερα βιβλία από τα υπόλοιπα παιδιά ή ακόμη κι από τον πατέρα του ή κι από όλο τον κόσμο που είναι καλεσμένος στο σπίτι τους (τα αδέλφια του τον έλεγαν “βιβλιοφάγο”), ενώ η Κορίνα γεννήθηκε πιο χαρισματική από τα άλλα παιδιά συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό της όλα τα χαρακτηριστικά και τις ικανότητες των υπολοίπων.

Ένα άλλο παιδί, ο Στέργιος, τρέφει παθολογική αγάπη προς τον πατέρα του και τον ακούει συνήθως με ανοιχτό το στόμα, γεμάτος θαυμασμό. Αν τα υπόλοιπα παιδιά τολμήσουν να αμφισβητήσουν τον πατέρα τους, εκείνος βγαίνει με την ρομφαία του και τα κατακεραυνώνει. Τέλος, υπάρχει και ο Παναγιώτης, ο οποίος αδιαφορεί πλήρως για τα λόγια του πατέρα ενώπιον των υψηλών καλεσμένων και προτιμά να απολαύσει τον μικρόκοσμο του δωματίου του, παίζοντας με το κινητό, βλέποντας τηλεόραση ή, στην καλύτερη περίπτωση, διαβάζοντας μυθιστορήματα, ποιήματα ή θεατρικά κείμενα.

Όταν, λοιπόν, ο Γιάννης άκουσε τον πατέρα του να λέει στους καλεσμένους ότι «πρέπει να ενεργοποιήσουμε και πάλι το εθνικό μας εμβόλιο που δεν είναι άλλο από το φιλότιμό μας», γύρισε προς τον Δημήτρη και του λέει: «Ρε συ Μητσάρα, άκουσες τι είπε ο μπαμπάς; Μίλησε για εμβόλιο, αλλά δεν εννοούσε εμβόλιο σαν αυτό που μας είχαν κάνει για τον τέτανο, μιλούσε μεταφορικώς για εμβόλιο, γι’ αυτό και το συνδύασε με το φιλότιμο».

Τότε ο Δημήτρης κεραυνοβολείται και λέει στον αδελφό του: «Γιάννη, δεν θα το πιστέψεις, ένας φίλος του μπαμπά, τον έλεγαν Προκόπη, θυμάμαι ότι είχε μιλήσει πάλι μεταφορικώς για εμβόλιο».

Τον ακούει ο “βιβλιοφάγος” Κώστας και λέει στον Δημήτρη και στον Γιάννη: «Αδελφάκια μου, δεν θα το πιστέψετε, πριν από λίγες ημέρες ολοκλήρωσα την ανάγνωση ενός μικρού βιβλίου με πράσινο εξώφυλλο που είχε γράψει αυτός που είπε ο Γιάννης, ο φίλος του μπαμπά. Ακούστε λοιπόν τι γράφει τούτος στην σελίδα 22 του βιβλίου του με τίτλο “Η Πανδημία και το «εμβόλιο». Στην βαριά σκιά του Επιμηθέα” (εκδ. Gutenberg, 2020): “Το εμβόλιο για το οποίο κάνω εδώ λόγο είναι αυτό που θα μας οδηγήσει στο να εμβαθύνουμε στον εαυτό μας και στον ‘πλησίον’ μας –στον ‘πλησίον’ μέσα στην πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης αφού, και με την σημερινή δεινή εμπειρία, ‘πλησίον’ μας είναι κάθε συνάνθρωπός μας στον Πλανήτη–, σε τελική δε ανάλυση στον Άνθρωπο. Με άλλα λόγια, το ‘εμβόλιο’ αυτό είναι προορισμένο –και γι’ αυτό η σημασία του είναι ανεκτίμητη– να μας αποκαλύψει, αφενός, την αξία του ανθρώπου, ως άτμητο πυρήνα της υπόστασής του και, αφετέρου, το καίριο χρέος του σεβασμού της, μέσα από κάθε πτυχή της, από την πιο σπουδαία ώς την φαινομενικώς πιο ασήμαντη».

Στο άκουσμα αυτού του χωρίου, πετάγεται η Μαρία και λέει στα αγόρια: «Παιδιά να σας πω κάτι; Την έχουμε βάψει! Από την στιγμή που ο μπαμπάς μιλά μεταφορικώς για το εμβόλιο, όπως είχε κάνει και πριν από αυτόν εκείνος ο φίλος του, πρώην ή νυν δεν με νοιάζει, σημαίνει ότι έχει αρχίσει το “μασάζ” για κάτι κακό που μας περιμένει». Τότε τα αγόρια κοιτάζονται αμήχανα και σχεδόν ταυτόχρονα της ζητούν να κόψει τις βλακείες: «Πώς μπορεί το εμβόλιο να είναι κάτι κακό, αφού, όπως ξέρουμε από τα εμβόλια που μας έκαναν όταν ήμασταν μικρότεροι, μας προφυλάσσουν από τους ιούς;», της λένε σχεδόν με μια φωνή τα αγόρια.

Στο σημείο αυτό επεμβαίνει η Κορίνα, η οποία παίρνει το μέρος της Μαρίας λέγοντας προς όλα τα παιδιά, με σοφία που θυμίζει Πλάτωνα, τα εξής: «Αφού, λοιπόν, θεωρείτε ότι το εμβόλιο είναι πάντοτε κάτι καλό, ποιος είναι ο λόγος να μας προετοιμάζουν ο μπαμπάς και ο πρώην φίλος του χρησιμοποιώντας μεταφορικά την λέξη “εμβόλιο”; Κάτι που είναι αφ’ εαυτού και αυτονοήτως ευεργετικό για την υγεία μας δεν έχει ποτέ ανάγκη από έμμεση προβολή – μιλάμε στα ίσια γι’ αυτό και όχι πλαγίως. Άρα κάποιο λάκκο έχει η φάβα!».

Ξαφνικά, σηκώνεται ο Στέργιος και, κραδαίνοντας την ρομφαία του, υβρίζει την Κορίνα και την Μαρία ως οπαδούς συνωμοσιολογικής θεωρίας. Ταυτοχρόνως, τις απειλεί ότι, αν δεν ανακαλέσουν, θα ανοίξει την πόρτα και θα τις “καρφώσει” σε έναν από τους καλεσμένους, τον κύριο Μιχάλη, ο οποίος δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του.

Ο Κώστας, όμως, δεν μασά και ζητά από τον Στέργιο να βγάλει τον σκασμό, καλώντας τον να ρίξει επιτέλους λίγο νερό στο κρασί του, αξιολογώντας συνδυαστικά τα ακόλουθα λόγια που ακούστηκαν προ ολίγου από τα χείλη του πατέρα τους: «Είχαμε δηλώσει με πολύ καθαρό τρόπο στις ανακοινώσεις που έγιναν στα τέλη Απριλίου από εμένα και από τα μέλη της Κυβέρνησης και από όλους τους αρμόδιους, και από τον Νίκο και από τον Σωτήρη, ότι το σχέδιο της επόμενης μέρας δεν είναι ένα σχέδιο εξόδου από την υγειονομική και την οικονομική κρίση, ούτε είναι ένα απλό σχέδιο επιστροφής σε κάποια κανονικότητα».

Ο Στέργιος παραμένει αμετανόητος και αντιδρά, λέγοντας ότι δεν βλέπει κανένα πρόβλημα στην δήλωση αυτή.

Τότε χώνεται στην κουβέντα ξανά ο παρατηρητικός Γιάννης και τους προτρέπει να δώσουν βάση στα μικρά ονόματα των δύο ανδρών που επί σαράντα και πλέον ημέρες έβγαιναν στην τηλεόραση κάθε απόγευμα, όταν είχε γίνει η “τραγική διαχείριση του τραγικού διλήμματος”, δηλ. η επιβολή του “παγκόσμιου lockdown”. «Βρε αδελφάκια μου, τι γίνεται εδώ πέρα; Γιατί ο μπαμπάς μας αναφέρεται στον κ. Τ και στον κ. Χ με τα βαφτιστικά τους ονόματα και όχι με τα επώνυμα;».

Είναι πολύ απλό, απαντά ο πωρωμένος Στέργιος: «Τους εθνικούς ήρωες τους αποκαλείς πάντοτε με το μικρό τους όνομα».

Η πονηρή Μαρία, όμως, έχει διαφορετική άποψη: «Εμένα, παιδιά, δεν μου αρέσει καθόλου που ο μπαμπάς μας μιλά σαν να είναι προπονητής ο οποίος δίνει οδηγίες στους παίκτες του. Εμείς αλλιώς τον ξέραμε, κάτι βρομάει εδώ. Αφήστε δε και το άλλο: Αν ο Στέργιος έχει δίκιο, τότε ισχύει η φράση του Μπρεχτ “αλίμονο στην χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες”».

Ο Στέργιος βάζει τις φωνές και της θυμίζει ότι οι συνωμοσιολογικές σκέψεις είναι “πολύ κακό πράγμα” σε μια “υγιή δημοκρατία”, σύμφωνα δε με την άποψη ενός εκ των καλεσμένων του μπαμπά, του κυρίου Μιχάλη, είναι και αξιόποινες. Αν συνεχίσει σε αυτήν την γραμμή, λοιπόν, την περιμένει ο εισαγγελέας.

Ο Κώστας τα παίρνει στο κρανίο και του λέει να το βουλώσει επιτέλους, διότι είναι τυφλωμένος από τον άκριτο και άκρατο θαυμασμό προς τον πατέρα τους, χωρίς να μπαίνει καν στον κόπο να διαβάσει κανένα βιβλίο που θα τον αφυπνίσει. Για να τον αποστομώσει λοιπόν, του αποκαλύπτει ότι σε μια μονογραφία που είχε διαβάσει πολύ παλιά για τα χουντικά βασανιστήρια (αλλά τώρα έχει ξεχάσει τον τίτλο του), οι βασανιστές, προκειμένου να δείξουν ότι συμπάσχουν με τον βασανιζόμενο και να κάμψουν ευκολότερα την αντίστασή του, επέλεγαν ως προσφώνηση τα μικρά ονόματα.

Πάντως, συμπληρώνει η πονηρή Μαρία, δεν αποκλείεται να υπάρχει μια λιγότερο επικίνδυνη ερμηνεία, η οποία σχετίζεται με την ομάδα των επικοινωνιολόγων που έχει επιλέξει ο πατέρας τους. Αν είναι αμερικανοτραφείς –κάπου άκουσε μάλιστα ότι είναι ίδιοι με εκείνους που είχε και ένας παλαιότερος μπαμπάς τους που τον φώναζαν περιπαικτικά “ΓΑΠ”–, τότε μπορεί να είναι ένα ανώδυνο κατάλοιπο από τον απλουστευτικό τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι Αμερικανοί ακόμη και σε επίσημο πλαίσιο. Αλλά, για σταθείτε, συμπληρώνει η Μαρία: Αφού ο μπαμπάς μιλά στους καλεσμένους του, πώς αλλιώς θα προσφωνούσε τους φίλους του ανάμεσα στους φίλους του;

Για τον Στέργιο ο συσχετισμός με τα χουντικά βασανιστήρια ξεχείλισε το ποτήρι. Καθώς πάει να ανοίξει την πόρτα για να “καρφώσει” τα αδέλφια του στον πατέρα τους, επεμβαίνει η Κορίνα, η οποία κάνει έκκληση στον Στέργιο να βγάλει επιτέλους τις παρωπίδες και να αρχίσει να ελέγχει κάθε θέση του πατέρα τους, ιδίως δε αυτή που διατυπώθηκε ως εξής:

«Θα πρέπει να το πούμε, ότι η αύξηση των κρουσμάτων οφείλεται κυρίως στη χαλάρωση που σημειώθηκε απέναντι στα μέτρα συμμόρφωσης στο εσωτερικό της χώρας μας κατά το μήνα Ιούλιο. Και σε αυτό πιστεύω ότι έχουμε όλοι μια ευθύνη για αυτό».

Με την ολοκλήρωση της τελευταίας φράσης, η Κορίνα ρωτά ευθέως τον Στέργιο: «Από πού κι ώς πού θεωρεί ο μπαμπάς ότι έχουμε όλοι ευθύνη για την αύξηση των κρουσμάτων; Και τι σημαίνει επιτέλους κρούσμα; Διάβασα ότι κρούσμα είναι όχι μόνο τα επιβεβαιωμένα, αλλά και τα ύποπτα και τα πιθανά, κι ότι τα τεστ δεν δείχνουν μόνο αν κάποιος έχει τον νέο ιό αλλά και άλλους ιούς. Επίσης ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν ακόμη και τα ασυμπτωματικά κρούσματα. Αρκούν όλα αυτά για να έχει σημάνει παγκόσμιος συναγερμός;».

Η πονηρή Μαρία παίρνει την σκυτάλη και ρίχνει μια σκανδαλιστική ιδέα: «Μήπως επιχειρείται αναβίωση της ισπανικής γρίπης;». Ο Κώστας τινάσσεται από την θέση του: «Ρε παιδιά, κι εκείνος ο φίλος του μπαμπά στο βιβλίο με το πράσινο εξώφυλλο σε αυτήν κάνει αναφορά. Να, εδώ στην σελίδα 10!».

Ο Δημήτρης με την μνήμη ελέφαντα επαναφέρει την συζήτηση στην συλλογική ευθύνη του Έλληνα, θυμίζοντάς τους μια παλιά δήλωση ενός ευτραφούς βουλευτή που είχε κάνει πάταγο, το “Όλοι μαζί τα φάγαμε”!

Δεν είναι πολύ άδικο, ρε παιδιά, συμπληρώνει ο παρατηρητικός Γιάννης, να ρίχνει ο πατέρας μας πάντοτε τις ευθύνες στα παιδιά του και να μην αναγνωρίζει ευθαρσώς ποτέ τις δικές του ευθύνες, λες και βρίσκεται μονίμως στο απυρόβλητο; Ο Δημήτρης υπερθεμάτισε ανατρέχοντας στο 1988: Τότε ο παππούς τους ο Κωνσταντίνος, είχε στριμώξει τον εμφανιζόμενο ως σκληρό αντίπαλό του, τον Αντρέα, με αφορμή μια θυελλώδη συζήτηση στην Βουλή για τα ελληνοτουρκικά, την περίφημη εποχή του “μη-πολέμου”. Τελικώς, ο Αντρέας είχε ζητήσει μεν συγγνώμη από τον παππού τους, αλλά χρησιμοποιώντας μια λατινική φράση: το αλήστου μνήμης “mea culpa”!

Ο Γιάννης, όμως, δεν έμεινε μόνο σε αυτήν την παρατήρηση. Επέστησε την προσοχή των αδελφών του και σε μια άλλη περικοπή από τις δηλώσεις του πατέρα τους προς τους υψηλούς καλεσμένους: «Και βέβαια, απορρίπτουμε τις θεωρίες συνωμοσίας που καλούν σε απειθαρχία στα μέτρα που εισηγείται όχι η πολιτεία αλλά οι ειδικοί επιστήμονες για να προστατεύσουμε τελικά τη δημόσια υγεία όλων».

Με αφορμή αυτήν την δήλωση, ο Γιάννης έθεσε επί τάπητος τον εξής προβληματισμό: Τελικά ποιος κυβερνά αυτήν την χώρα: οι ειδικοί, και δη οι λοιμωξιολόγοι, ή οι εκλεγμένοι από τον λαό πολιτικοί; Και γιατί είναι κακό να υπάρχουν σε μια δημοκρατία θεωρίες συνωμοσίας; Μια κοινωνία που νιώθει σιγουριά για τον εαυτό της και η οποία μαστίζεται όντως από μία πανδημία, γιατί ανησυχεί τόσο πολύ, όταν διατυπώνεται ένα συνωμοσιολογικό σενάριο; Αλήθεια, συνέχισε ο Γιάννης, απευθυνόμενος ιδίως προς τον Δημήτρη, θυμάται κανείς από την ιστορία άλλη πανδημία, οι διαστάσεις της οποίας είχαν αμφισβητηθεί όπως η τωρινή; Κανείς, ωστόσο, δεν είχε την ετοιμότητα να απαντήσει.

Πάντως, ο Κώστας είπε ότι σε ένα προ εξαετίας εκδοθέν νομικό βιβλίο με τίτλο “Εμβάθυνση σε ειδικά Ζητήματα Ποινικού Δικαίου” (σελ. 243) είχε διαβάσει το εξής σημαντικό: «Φαίνεται ότι ζούμε σε ένα κράτος που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ανασφάλεια για την δύναμη επιβολής του και, έτσι, καταφεύγει στο Ποινικό Δίκαιο για “ψύλλου πήδημα”». Αν, μάλιστα, ισχύει αυτό που είναι γραμμένο στην υποσημείωση 48, ότι δηλαδή «μια αυτοβέβαιη κοινωνία τιμωρεί ηπιότερα από εκείνη που απειλείται με διάλυση» (Jakobs, Δημόσια ποινή: Σημασία και σκοπός, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2007, σελ. 21), ο Κώστας εξέφρασε τον φόβο του ότι η καημένη η Ελλαδίτσα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού.

Τον Κώστα σιγοντάρισε η Κορίνα, η οποία τους μετέφρασε από τα γερμανικά τι έγραφε σε άρθρο του ένας κορυφαίος συνταγματολόγος, ο Josef Isensee, με αφορμή τις ποινικές διώξεις για εγκλήματα κατά της θρησκευτικής ειρήνης: τόσο οι ποινικές διώξεις αυτές όσο και οι δημόσιες διαμαρτυρίες, έλεγε ο Γερμανός συνταγματολόγος, «συμβάλλουν στην προβολή της ύβρεως και προσφέρουν φθηνή δόξα στον υβριστή, εμφανίζοντάς τον ως μάρτυρα της ελευθερίας», οπότε η εκκλησία «πρέπει να συμβιβασθεί με το ότι στο έδαφος του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας φυτρώνουν εξίσου ζιζάνια και σιτάρι», για τα οποία στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (13, 30) απαντά η περίφημη φράση «ἄφετε συναυξάνεσθαι ἀμφότερα μέχρι τοῦ θερισμοῦ»!

Πού το βρήκες αυτό ρε Κορινάκι, θες να μας κουφάνεις;, την ρωτά ο Γιάννης. Να, σε αυτό το άρθρο του για την “βλασφημία στο εκκοσμικευμένο κράτος” το γράφει, υποδεικνύοντας την σχετική παραπομπή: “Blasphemie im Koordinatensystem des säkularen Staates” (δημοσιευμένο σε έναν συλλογικό τόμο που έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο συγγραφέας με τίτλο “Καθύβριση θρησκευμάτων. Η δικαιική προστασία της αγιότητας” [Religionsbeschimpfung. Der rechtliche Schutz des Heiligen], 2007, σελ. 138).

Ο Κώστας, που είχε μανία με τα λατινικά, σκύβει από πάνω τους και τους φωνάζει: Ακούστε, μωρέ, τι γράφει εδώ: “ecclesia non bibit sanguinem”, πάει να πει: “η εκκλησία δεν ρουφάει το αίμα” (των βλάσφημων).

Άρα, λέει ο Δημήτρης, όπως και η εκκλησία, έτσι και το κράτος δεν πρέπει να ρουφά το αίμα των αρνητών, αλλά να τους αφήνει να πολλαπλασιάζονται, μέχρι να έρθει η ώρα του θερισμού! Ταυτοχρόνως, όμως, εξέφρασε και την μεγάλη ανησυχία του: Δεδομένου ότι η φράση “αρνητές της πανδημίας” θυμίζει τους “αρνητές του Άουσβιτς”, που είναι αξιόποινη πράξη στην Γερμανία (γνωστή ως “Ausschwitzlüge”), μήπως πρέπει να περιμένουμε ένα καινούργιο έγκλημα, βάσει του οποίου θα φυλακίζονται όσοι αμφισβητούν εν όλω ή εν μέρει την πανδημία; Οι Γερμανοί θα το έλεγαν “CoronaVirus-Lüge”!

Ακούγοντας τους φόβους του Δημήτρη, ο Κώστας σκοτεινιάζει και διατυπώνει την εξής απορία: «Βρε να πάρει η οργή, το ζούμε πράγματι όλο αυτό ή πρόκειται για εφιάλτη; Θα φυλακίζουν τον κόσμο, επειδή απλώς έχει αντίθετη άποψη; Με την ίδια λογική θα έπρεπε να είχε θεσπισθεί ως ιδιώνυμο η αμφισβήτηση της πρόσκρουσης των αεροπλάνων στους Δίδυμους Πύργους; Έχει χαθεί τελείως η μπάλα;». Κι αν φυλακίζεται ο κόσμος επειδή απλώς αρνείται εν όλω ή εν μέρει τις διαστάσεις μιας πανδημίας, τότε τι θα πρέπει να περιμένουμε για όσους τολμήσουν να αρνηθούν το εμβόλιο; Θα τους επιβάλλεται θανατική ποινή;

Η εξαίρετη μνήμη του Δημήτρη έριξε λάδι στην φωτιά: «Λυπάμαι, αδελφάκια μου, αλλά έχετε μνήμη ψαριού. Δεν θυμάστε τι είχε πει ένας δημοσιογράφος, κάποιος που είχε το παρατσούκλι “Εισαγγελάτος”; Στην εκπομπή του “Livenews” της 23ης Απριλίου 2020, συνομιλώντας με τους καλεσμένους του, είχε παραδώσει μαθήματα Ποινικού Δικαίου, Βιοηθικής και Δημοκρατίας. Έμπλεος οργής φώναζε: «Εάν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος θα πει ότι αρνείται να εμβολιαστεί επειδή είναι στο αντιεμβολιαστικό κίνημα, κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να διωχθεί ποινικά, δηλ. πώς να το πω, δεν θέλω να πω βαρύ χαρακτηρισμό γιατί όποιος ξεχνάει τι έχει γίνει με τα εμβόλια και πώς σώζονται ζωές με τα εμβόλια δεκαετίες τώρα και κάνει τον μάγκα, τον έξυπνο, γιατί περί αυτού συζητάμε […] και κρατιέμαι εδώ για να μην πω άλλα μη τηλεοπτικά επίθετα, αν μπορεί και λέει […] υπάρχει εμβόλιο και δεν θα το κάνω, οκ, να κάτσει σπίτι του κι αυτός κι όποιοι άλλοι έχει μαζί του. Διότι δεν θα εκτεθεί η κοινωνία στον κίνδυνο της ψευτομαγκιάς κάποιων. […] Να κάτσουν σπίτι τους, να μην παίρνουν ούτε τα 800 € που εμείς ως κοινωνία τους δίνουμε, είναι η επιλογή τους και ας βρουν τον τρόπο να την φέρουν εις πέρας. […] Εμβόλιο σημαίνει έγκριση από γιατρούς, από επιτροπές. Η επιστήμη όλου του πλανήτη αυτή τη στιγμή είναι με τα μούτρα πάνω στο εμβόλιο. Αν κάποιος είναι τόσο μάγκας και τόσο έξυπνος να πει εγώ τους αμφισβητώ, να υποκλιθούμε και πάρει το δρόμο του κι αυτός κι εμείς».

Αφού, λοιπόν, ο κ. Εισαγγελάτος έκανε από τόσο νωρίς μια τέτοια τοποθέτηση, τότε όλα είναι πιθανά.

Τον λόγο ξαναπαίρνει η Μαρία για να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου από το ακόλουθο σημείο της ομιλίας του πατέρα τους προς την ομήγυρη: «Σε αυτή τη μεγάλη κρίση», είπε ο μπαμπάς, «η υγεία και η οικονομία δεν είναι δύο έννοιες που η μία αντιπαλεύει την άλλη. Δεν είμαστε ή με την υγεία ή με την οικονομία. Για να έχουμε οικονομική ανάπτυξη πρέπει να έχουμε υγεία. Για να έχουμε ένα επαρκές σύστημα υγείας και ένα κοινωνικό δείκτη προστασίας πρέπει να έχουμε μία οικονομία η οποία να δίνει έσοδα να λειτουργεί προς όφελος του πολίτη και ένα κράτος το οποίο να επιτελεί το ρόλο του. Για αυτό και θα το ξαναπώ. Η πιστή τήρηση των κανόνων γίνεται ακόμα πιο επιτακτική από εδώ και πέρα».

Πριν προλάβει καλά-καλά να πει και την τελευταία της λέξη, ο Γιάννης κάνει την εξής οξυδερκή παρατήρηση: «Ρε παιδιά, τι είναι αυτά που ακούσαμε; Είναι δυνατόν ο μπαμπάς μας να μνημονεύει μόνο την υγεία και την οικονομία λες και αυτό το δίδυμο είναι οι μόνοι πυλώνες μιας συντεταγμένης Πολιτείας; Πού πήγαν οι ατομικές ελευθερίες, τα θεμελιώδη δικαιώματα του πολίτη; Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια;».

Όταν μας επέβαλε το “lockdown” ούτε να κουρευτούμε δεν μπορούσαμε, και τώρα, αν δεν φοράμε μάσκες, δεν επιτρέπεται να μπούμε στα μαγαζιά και να ψωνίσουμε. Ανεβαίνουμε στο λεωφορείο για να πάμε στην θάλασσα και είμαστε αναγκασμένοι με τους 40 βαθμούς χωρίς κλιματισμό να φοράμε αυτό το άθλιο φίμωτρο επί δύο ώρες. Κι αν θέλουμε να χαμογελάσουμε στον διπλανό μας, αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχουμε πια χαμόγελο. Χειρότερα κι από ζώα δηλαδή, γιατί αυτά μπορεί να μην έχουν χαμόγελο, αλλά έχουν ουρά να την κουνάνε όταν είναι χαρούμενα. Και να φανταστείτε, συμπλήρωσε ο Δημήτρης, ότι ο μπαμπάς φαίνεται ότι το τερμάτισε λέγοντας στον αγαπημένο του χρόνο της Γραμματικής, τον Ενεστώτα (που χαράσσει ίσως ευκολότερα στον εγκέφαλο το εκπεμπόμενο μήνυμα), τα εξής: «Φοράμε όλοι μάσκα σε κλειστούς αλλά και σε ανοιχτούς χώρους όπου δεν γίνεται να τηρηθούν οι απαραίτητες αποστάσεις. Η μάσκα πρέπει να γίνει πια μόνιμος συνοδός μας, όπως είναι τα κλειδιά μας, τα γυαλιά μας, το κινητό μας».

Η Κορίνα και η Μαρία, θέλοντας να φαιδρύνουν την ατμόσφαιρα, λένε στ’ αγόρια, συμπληρώνοντας η μία την άλλη: «Να δείτε που σε λίγο καιρό θα φοράμε μάσκες και μέσα στα σπίτια μας, και μια κάμερα θα μας ελέγχει αν την φοράμε ακόμη κι όταν θα κάνουμε θεκθάκι».

Ο Στέργιος έχει αρχίσει να ξεροβήχει αμήχανα, οπότε ο βιβλιοφάγος Κώστας βρίσκει την κατάλληλη ευκαιρία να ρίξει την θρησκευτική του βόμβα: «Αδέλφια μου, αλήτες, πουλιά, νομίζω ότι ο Λιακόπουλος είχε δίκιο όταν έλεγε “κάμερα σε μένα, ο καιρός γας εγγύς”. Διότι θυμηθείτε τι γράφει η Αποκάλυψη του Ιωάννη (ΙΓ΄, 13-17): “Και υποχρεώνει όλους, τους μικρούς και τους μεγάλους, και τους πλούσιους και τους φτωχούς, και τους ελεύθερους και τους δούλους, να δώσουν σ’ αυτούς χάραγμα πάνω στο χέρι τους το δεξί ή πάνω στα μέτωπά τους. Και να μη μπορεί κανείς να αγοράσει ή να πουλήσει παρά μόνο όποιος έχει το χάραγμα, (που θα αναγράφει) το όνομα του θηρίου ή τον αριθμό του ονόματός του”.

Θέλετε, λοιπόν, να προσαρμόσουμε την περικοπή στο σήμερα; Ιδού: «Και το κράτος υποχρεώνει, όλους, τους μικρούς άνω των τριών ετών και τους μεγάλους, και τους πλούσιους και τους φτωχούς, και τους ελεύθερους και τους δούλους, να φορούν μάσκα στους κλειστούς (σε λίγο ίσως και σε όλους τους ανοιχτούς) χώρους. Και να μη μπορεί κανείς να αγοράσει ή να πουλήσει παρά μόνο όποιος φορά τη μάσκα, που είναι όργανο θηρίου».

Η Κορίνα, όμως, που μέχρι τώρα συμφωνούσε, εκρήγνυται από θυμό και λέει στον Κώστα: «Έχασες το δίκιο σου, βλαξ, καλά το πήγαινες μέχρι τώρα με όσα μας έλεγες, αλλά μπλέκοντας την θρησκεία τα έκανες αχταρμά. Σε λίγο θα βάλεις στο παιχνίδι και τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών». Ο Κώστας είχε σκοπό να της υπενθυμίσει ότι στο 16ο κεφάλαιό αυτών των πρωτοκόλλων αναφέρονται “πράματα και θάματα” για τα πανεπιστήμια και την διδασκαλία μέσω οθόνης, αλλά συγκρατήθηκε γιατί δεν είχε όρεξη την νέα απειλή του Στέργιου που θα τον απειλούσε σίγουρα ότι θα καλέσει τον κύριο Μιχάλη, ο οποίος με την σειρά του θα ζητούσε να επιληφθεί εισαγγελέας λόγω επίκλησης συνωμοσιολογικών θεωριών.

Αίφνης κάνει την θεαματική εμφάνισή του ο Παναγιώτης, ο οποίος μόλις έχει ολοκληρώσει την ανάγνωση ενός βιβλίου που είχε εντοπίσει σε τοπικό βιβλιοπωλείο και με αίσθημα υπεροχής επιχειρεί να καπελώσει την συζήτηση χρησιμοποιώντας ένα ρητορικό πυροτέχνημα:

«Σας ακούω από μακριά όλη αυτήν την ώρα. Αγωνίζεστε, όμως, να ερμηνεύσετε ό,τι αποφασίζει ο μπαμπάς μας φορώντας τα παραδοσιακά γυαλιά της δημοκρατίας. Αν αλλάξετε γυαλιά, τότε θα ανακαλύψετε έναν διαφορετικό κόσμο. Διότι στο βιβλίο που μόλις τελείωσα –και δεν είναι κανενός τυχαίου, αλλά του David Runciman, Καθηγητή Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, έχει δε τον υπέροχο τίτλο “Έτσι τελειώνει η Δημοκρατία;” (μτφ.: Π. Γεωργίου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ. 65)– υπάρχει η εξής επισήμανση:

“Ορισμένα πραξικοπήματα, προκειμένου να επιτύχουν, πρέπει να καταστήσουν σαφές ότι η δημοκρατία έχει τελειώσει”. Τούτο συμβαίνει με τα ένοπλα πραξικοπήματα. Άλλα πραξικοπήματα, όμως, “πρέπει να προσποιηθούν ότι η δημοκρατία παραμένει άθικτη. Αυτά προϋποθέτουν την τήρηση των προσχημάτων”.

Ξαφνικά, μπουκάρει ο πατέρας των παιδιών στο δωμάτιο και τα χαμόγελα παγώνουν στο άκουσμα των νέων μέτρων. Παιδιά μου, από στιγμή σε στιγμή θα μας χτυπήσει η Τουρκία, γι’ αυτό καλύτερα θα ήταν να μην πολυβγαίνετε από το σπίτι, να μην πολυδιασκεδάζετε και επειδή, εκτός από τον κίνδυνο του πολέμου με τους Τούρκους, ο κίνδυνος από τον πόλεμο του “αόρατου εχθρού” έχει φουντώσει, το τριήμερο της Παναγίας δεν θα μπορείτε να πάτε στην εκκλησία, κι αν πάντως το επιτρέψω, δεν θα μεταλάβετε όπως μέχρι σήμερα, αλλά θα καθιερωθεί καινούργιος τρόπος. Στην γκρίνια όλων των παιδιών, ο πατέρας τούς θύμισε ότι τους είχε εγκαίρως προειδοποιήσει και αμαρτίαν ουκ έχει: το καλοκαίρι αυτό θα ήταν ιδιότυπο. Ακολούθως, στρέφεται προς τον Παναγιώτη, τον πιάνει από το αφτί και του λέει αυστηρά:

«Άκουσα τι έλεγες στα αδέλφια σου για την δικτατορία, ξέχασες όμως να τους πεις ότι το πραξικόπημα που υπονοούσες είναι η “εκτελεστική επέκταση”. Αλλά για το θράσος σου να με αμφισβητείς, θα μου φέρνεις κάθε μέρα για ένα μήνα γραμμένη 666 φορές τις εξής φράσεις: “στην νέα κανονικότητα δεν επιτρέπεται να διατυπώνουμε αντίθετη άποψη. Φοράμε μάσκα παντού και δεν βγάζουμε κιχ”».

[Στις 28 Μαΐου 1931 ο Σπύρος Μελάς, στο πρώτο του χρονογράφημα από τις στήλες της εφημερίδας “Αθηναϊκά Νέα”, έγραφε τα ακόλουθα:

«… έλαβα τη ρητή και κανονική εντολή από τη διεύθυνση των “Αθηναϊκών Νέων”, την αρχισύνταξιν (και το λογιστήριο, εννοείται) να σας συγκινώ, να σας ενθουσιάζω, να σας ζωγραφίζω, να σας θυμώνω, να σας ενδιαφέρω, και προπάντων να σας διασκεδάζω από αυτή τη στήλη κάθε μέρα»].

 

Previous Article

Η FDA και ο πόλεμος της υδροξυχλωροκίνης

Next Article

Η μάσκα ως σύμβολο και όπλο της δυστοπικής κοινωνίας μας

Σχετικά Άρθρα